Η αυτοδίδακτη —πλήν επιμελής και δεξιοτέχνης— Σαμιώτισσα ζωγράφος Νάνσυ Αναστοπούλου προσεγγίζει τον ενάλιο κόσμο ως ένα ιδιότυπο «Μουσείο», όπου τα ποντισμένα απομεινάρια της ανθρώπινης δραστηριότητας —αδρανή παραφερνάλια αυτού του ανέγγιχτου από ανθρώπινες παρεμβάσεις χώρου— αναδεικνύονται σε «εκθέματα» από την «οργώσα» παρέμβαση τής ίδιας τής ενάλιας φύσης, με τα διαρκώς μεταβαλλόμενα επιθέματα της θαλάσσιας χλωρίδας και πανίδας στις επιφάνειές τους.
Τμήματα πλοίων ή άλλων αντικειμένων που αναπαύονται στην παγερή σιωπή τού βυθού αποτελούν τους συνθετικούς πυρήνες πάνω στους οποίους —σε αντίστιξη πρός τις ψυχρές τονικότητες του περιβάλλοντος «απέραντου γαλάζιου»—, μεθοδικά και προοδευτικά, χτίζεται μιά εκρηκτική χρωματική σύνθεση, τεχνουργημένη με μια περίπλοκη μικτή τεχνική που παραπέμπει σε βιόμορφα μοτίβα της θαλάσσιας φύσης αλλά και στη φυσική κινητικότητά τους. Η μικτή αυτή τεχνική, στηριζόμενη στην ανάγλυφη ποιότητα των υλικών (άμμου, υφάσματος, και ξύλων), οικοδομεί το έργο, ανακαλώντας το γεγονός τής ρευστότητας της μορφής και της συνεχούς μεταμόρφωσης και εναλλαγής τού βυθού, ενώ συνάμα δημιουργεί μιαν αυτόνομη αίσθηση του βάθους και της δυναμικής κίνησης.
Η κυμαινόμενη αναγλυφικότητα της ζωγραφικής επιφάνειας και ο χρωματικός χειρισμός της αποτελούν παραμόνιμα στοιχεία τού μορφοπλαστικού ιδιώματος της ζωγράφου, στοιχεία που φαίνεται πως κατέχει και χειρίζεται με επάρκεια.
Τρίτο χαρακτηριστικό του λεξιλογίου της είναι η ιδιάζουσα χρήση του φωτός. Διακριτικά διάχυτο, περιρρέει μεν όλη τη σύνθεση, αιχμαλωτίζεται δέ, εστιάζεται και εκρήγνυται, προκαλώντας έναν εξπρεσσιονιστικό παροξυσμό χρώματος και δυναμικής κίνησης πάνω στήν επιφάνεια των «εκθεμάτων», ή, καλύτερα, πάνω στά καίρια συνθετικώς σημεία τους. Ο ιδιαίτερος αυτός χειρισμός του ζωγραφικού φωτός ανακαλεί τη στιγμή όπου μιά δυνατή δέσμη πραγματικού φωτός (του καταδύτη ή του βαθυσκάφους) απο-καλύπτει τη χρωματική μαγεία τού κατά τ´ άλλα σκοτεινού βυθού, και, κατά κάποιο τρόπο, προκαλεί τη μέθεξη του θεατή σ´ αυτή την εμπειρία.
Πιστεύω πως η σειρά των έργων της Αναστοπούλου με θέμα το Ανέγγιχτο Μουσείο είναι καρπός μόχθου, πειθαρχίας, αναζήτησης, και μακράς σπουδής, γεγονός που καταδεικνύεται από την ευελιξία των ζωγραφικών της τρόπων, από την επινοητικότητα των λύσεων που δίνει, και από το πώς καταφέρνει να αναπλάθει την πραγματικότητα σε ένα δυναμικό, παλλόμενο και ρυθμικό χρωματικό σύνολο.
Θέλω να ελπίζω πως η ζωγραφική της αναζήτηση δεν θα σταματήσει εδώ, και δεν θα τυποποιηθεί. Ως εχέγγυο γι αυτό, επικαλούμαι την επιμονή, την προσήλωση, και την πειθαρχία που την χαρακτηρίζουν σαν άνθρωπο.
Βαγγέλης Ζουρνατζής
Ιστορικός της Τέχνης